Παρασκευή, 26 Απριλίου 2013

ΕΡΕΥΝΑ : "ΤΟ ΚΑΠΝΙΣΜΑ ΑΠΕΙΛΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΓΕΙΑ , ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ "


ΕΡΕΥΝΑ: Το κάπνισμα απειλή για την υγεία αλλά και την οικονομία
Η πιο αποτελεσματική αντικαπνιστική εκστρατεία είναι η... αύξηση της τιμής των προϊόντων καπνού. Το συμπέρασμα αυτό παρουσίασε ο Κώστας Αθανασάκης, Επιστημονικός συνεργάτης του Τομέα Οικονομικών της Υγείας της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Υγείας στη διάρκεια ημερίδας για τα οικονομικά του καπνίσματος.
ΤΑ ΚΥΡΙΟΤΕΡΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΗΣ ΜΕΛΕΤΗΣ
- Το κάπνισμα ευθύνεται για περίπου 200.000 εισαγωγές στα Δημόσια Νοσοκομεία, αριθμός που αντιστοιχεί σε ποσοστό 8,9% επί του συνόλου των εισαγωγών.
- Το κάπνισμα αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα δημόσιας υγείας και μια σημαντική απειλή για την κοινωνική ευημερία διεθνώς, τόσο από πλευράς επίδρασης στην αύξηση της νοσηρότητας και της θνησιμότητας, όσο και των επιπτώσεων στην οικονομία της υγείας και την κοινωνική παραγωγικότητα.
- Σε παγκόσμιο επίπεδο 4,5 εκατομμύρια θάνατοι ετησίως αποδίδονται στο κάπνισμα. Με βάση άλλες εκτιμήσεις, ο αριθμός φθάνει τα 6 εκατομμύρια. 
- Το 10% της συνολικής παγκόσμιας θνησιμότητας αποδίδεται στο κάπνισμα και ο απόλυτος αριθμός των θανάτων αναμένεται να αυξηθεί σημαντικά την επόμενη 20ετία. Δυστυχώς το 10% των θανάτων αποδίδεται στο παθητικό κάπνισμα.
- Κάθε χρόνο στην Ε.Ε. περίπου 650.000 θάνατοι οφείλονται σε νοσήματα που σχετίζονται αιτιολογικά με το κάπνισμα (European Commission, 2009). Ο μέσος όρος ηλικίας των θανόντων κυμαίνεται από 35-69 έτη, ενώ περίπου 13 εκατομμύρια Ευρωπαίοι πολίτες πάσχουν από ένα χρόνιο νόσημα, το οποίο σχετίζεται αιτιολογικά με το κάπνισμα. Ένας σημαντικός αριθμός των θανάτων (περί τις 19.000 ημερησίως) αφορά σε παθητικούς καπνιστές.
- Στην Ελλάδα, ειδικότερα, το κάπνισμα αποτελεί τον κυριότερο παράγοντα κινδύνου για την υγεία του πληθυσμού. Κυρίως συνεπεία του υψηλού επιπολασμού των καπνιστών και του ύψους της κατά κεφαλή κατανάλωσης. Με βάση υπολογισμούς του ΠΟΥ, το κάπνισμα είναι η βασική αιτία του 17% των θανάτων σε Έλληνες άνω των 30 ετών.
- Το φορτίο νοσηρότητας, καθώς και η σοβαρότητα και πολυπλοκότητα των καταστάσεων υγείας με τις οποίες σχετίζεται αιτιολογικά το κάπνισμα έχουν ως αποτέλεσμα υψηλές ανάγκες σε (εξειδικευμένη) φροντίδα υγείας. Συνεπεία αυτού, το κάπνισμα συνοδεύεται και από σημαντικές δαπάνες για το σύστημα υγείας και το κοινωνικό σύνολο εν γένει.
- Εκτιμάται ότι, το κόστος του καπνίσματος διεθνώς υπερβαίνει τα 500 δισ. $ ετησίως. Η συνολική επιβάρυνση (άμεσο και έμμεσο κόστος) μπορεί να ανέλθει έως και στο 3.6% του ΑΕΠ μιας ανεπτυγμένης χώρας (αναλόγως του επιπολασμού). Ποσοστό 6-10% του προϋπολογισμού υγείας αφορά τη θεραπεία νοσημάτων που σχετίζονται με το κάπνισμα. Σε χώρες με μικρότερο πληθυσμό ασθενών (Η.Π.Α., Η.Β.) το ποσοστό αυτό ανέρχεται στο 5% της συνολικής δαπάνης υγείας.
- Η συνολική δαπάνη για το κάπνισμα οφείλεται στη θεραπεία των νοσημάτων με αιτιολογική συσχέτιση (άνω των 30 νοσημάτων, τα περισσότερα εξ αυτών άκρως σοβαρά) και στην απώλεια κοινωνικής παραγωγικότητας, λόγω απουσίας από την εργασία ή πρόωρου θανάτου.
- Με βάση παλαιότερες εκτιμήσεις (Αθανασάκης και συν. 2009), οι συνολικές δαπάνες συνεπεία του καπνίσματος στην Ελλάδα ανέρχονται σε 3,3 δισ. € ετησίως. Με βάση τα πρόσφατα δεδομένα, ο αριθμός αυτός επιβεβαιώνεται ότι το άμεσο κόστος καπνίσματος είναι 1,76 δισ.€ (7,9% της συνολικής δαπάνης υγείας – συντηρητική εκτίμηση) και το συνολικό κόστος: 3,27 δισ. € (1,5% του ΑΕΠ).
Είναι αδήριτη, λοιπόν, η ανάγκη υιοθέτησης αντικαπνιστικών πολιτικών. Η θέση του καπνίσματος ως υγειονομική προτεραιότητα επιβάλλει την έγκαιρη υιοθέτηση αντικαπνιστικών παρεμβάσεων και πολιτικών στην Ελλάδα. Η επιλογή των καταλληλότερων εξ αυτών, με γνώμονα τη βελτίωση της αποδοτικότητας του συστήματος, αποτελεί αντικείμενο της οικονομικής αξιολόγησης.
Η ΣΧΕΣΗ ΚΟΣΤΟΥΣ - ΟΦΕΛΟΥΣ
Με βάση τα αποτελέσματα της οικονομικής αξιολόγησης από τη διεθνή εμπειρία, οι παρεμβάσεις διακοπής του καπνίσματος, είτε σχετίζονται με αρκετά ελκυστικούς λόγους κόστους-οφέλους (σχεδόν στο σύνολό τους), είτε εξοικονομούν πόρους στο υγειονομικό και ασφαλιστικό σύστημα. Παρόλα αυτά απαιτείται μια σημαντική προϋπόθεση: ο καπνιστής να θέλει να κόψει το κάπνισμα.
Αν ο καπνιστής δεν θέλει να διακόψει τη χρήση καπνού, ο παράγοντας με τη μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα είναι η φορολογία των προϊόντων του καπνού, μέσω της επίδρασής της στην τιμή του καπνού. 
Οι αυξήσεις των τιμών σταθερά πάνω από τον πληθωρισμό έχουν πολλαπλά οφέλη. Ωθούν τους καπνιστές σε προσπάθεια διακοπής. Αυτό είναι εντονότερο στους νεότερους σε ηλικία και αποτρέπουν τους πρώην καπνιστές να ξαναρχίσουν το κάπνισμα. Μειώνουν την κατά κεφαλή κατανάλωση στους ήδη καπνιστές. Στρέφουν την κατανάλωση προς φθηνότερα ή υποκατάστατα προϊόντα καπνού, ενώ συνήθως αυξάνουν τα φορολογικά έσοδα και είναι κοινωνικά δίκαιες.
Σε γενικές γραμμές, δεδομένα σε περισσότερες από 100 μελέτες σε χώρες με υψηλό κατά κεφαλή ΑΕΠ δείχνουν ότι, μια αύξηση 10% στην τιμή επιφέρει μια μείωση στη συνολική κατανάλωση από 2.5 – 5%. Το περίπου 50% κόβουν το κάπνισμα. Το άλλο ≈50% αναφέρεται σε κατά κεφαλή μείωση στον αριθμό τσιγάρων.
Το αποτέλεσμα από μια αύξηση της τιμής είναι εντονότερο στη μακροχρόνια περίοδο (λόγω του εθισμού) αλλά είναι διαφορετικό μεταξύ των εισοδηματικών στρωμάτων: Επηρεάζει περισσότερο τα χαμηλά εισοδήματα. Εντούτοις διαβρώνεται από το λαθρεμπόριο προϊόντων καπνού.
Το νοσολογικό και οικονομικό φορτίο του καπνίσματος είναι δυσθεώρητο. Ιδίως για την Ελλάδα και την τρέχουσα οικονομική συγκυρία είναι μια δυσβάσταχτη κατάσταση για το σύστημα υγείας και την οικονομία. Δράσεις και πολιτικές κατά του καπνίσματος οφείλουν να αποτελέσουν εθνική προτεραιότητα. Στην περίπτωση αυτή, τα οικονομικά κίνητρα εμφανίζονται ιδιαίτερα αποτελεσματικά.
Η αύξηση της τιμής των προϊόντων καπνού (και μάλιστα η ποσοτική όχι η ποσοστιαία) είναι ο αποτελεσματικότερος τρόπος περιορισμού του καπνίσματος σήμερα. Αύξηση της τιμής κατά 10% περιορίζει την κατανάλωση κατά 4%, ιδίως στους νέους. Παράλληλα, πέραν των υγειονομικών συνεπειών, έχει και σημαντικά οικονομικά οφέλη (περιορισμός δαπανών υγείας, αύξηση φορολογικών εσόδων).
epoli.gr