Ι. Η κρίση και οι συνέπειές της
Από το 2008 η Ελλάδα παρασύρθηκε στη δίνη της διεθνούς
χρηµατοπιστωτικής κρίσης.
Οι χρόνιες ανεπάρκειες του παραγωγικού µοντέλου της χώρας, οι
διαρθρωτικές της ανισορροπίες, η αδυναµία του κράτους να υποστηρίξει
ορθολογικές πολιτικές και ο απόλυτος δηµοσιονοµικός εκτροχιασµός, στον
οποίο οδήγησε η κυβέρνηση Καραµανλή, ανέδειξαν την Ελλάδα στο τέλος
του 2009 ως τον αδύναµο κρίκο της παγκόσµιας οικονοµίας.
Η κρίση της ελληνικής οικονοµίας έπαιρνε ήδη στις αρχές του 2010 τα
χαρακτηριστικά κρίσης δανεισµού και εξυπηρέτησης του δυσθεόρατου
χρέους της.
Σε συνθήκες πιστωτικής ασφυξίας που επέβαλαν οι διεθνείς αγορές, η
νεοεκλεγείσα κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ αναγκάστηκε να οδηγηθεί σε καθεστώς
διεθνούς οικονοµικής επιτήρησης, που εξασφάλιζε µεν τις χρηµατοδοτικές
ανάγκες της χώρας, υπό την προϋπόθεση όµως της εφαρµογής ενός
προγράµµατος βίαιης δηµοσιονοµικής προσαρµογής.
Η τριµερής διεθνής επιτήρηση, η «τρόϊκα» όπως αποκλήθηκε, επέβαλε τους
οικονοµικούς και πολιτικούς όρους για την πορεία της πατρίδας µας.
Η Ελλάδα και η κυβέρνηση Παπανδρέου ανέλαβαν να εφαρµόσουν µέσα σε
ασφυκτικά χρονικά περιθώρια µια πολιτική εξοντωτικής δηµοσιονοµικής
εξυγίανσης και βίαιων διαρθρωτικών αλλαγών για να εξασφαλίζεται σχεδόν
κάθε τρίµηνο η νέα δανειακή δόση. Ό,τι αδράνησε να κάνει η χώρα επί
πολλές δεκαετίες, τώρα έπρεπε να συντελεστεί σε πυκνό χρόνο.
Τα µέτρα που διαδοχικά εφαρµόστηκαν, στηρίζονταν στις πιο ακραίες
νεοφιλελεύθερες ιδέες που καθοδηγούν το Διεθνές Νοµισµατικό Ταµείο και
κυρίως την κυριαρχούµενη από συντηρητικές – νεοφιλελεύθερες κυβερνήσεις
Ευρωπαϊκή Ένωση. Η έµφαση δόθηκε στη συµπίεση των εισοδηµάτων, στη
δραµατική µείωση του προγράµµατος δηµοσίων επενδύσεων, στην
περιστολή των εν γένει κρατικών δαπανών και στην αύξηση της
φορολογικής επιβάρυνσης. Αναγκαίες πολιτικές, κυρίως αναπτυξιακού
χαρακτήρα, όπως η αξιοποίηση των πόρων του ΕΣΠΑ, η αξιοποίηση της
δηµόσιας περιουσίας και η αναδιάταξη των διοικητικών µηχανισµών, δεν
ασκήθηκαν έγκαιρα και αποτελεσµατικά, είτε µε ευθύνη της κυβέρνησης είτε2
εξαιτίας της αφόρητης πίεσης που ασκούσε η τρόϊκα, µε αποτέλεσµα να µην
υπάρχει ο αναγκαίος χρόνος για να σχεδιασθούν ορθολογικά οι πολιτικές
αυτές.
Μοιραία συνέπεια των παραπάνω ήταν η ελληνική οικονοµία να περιπέσει σε
βαθύτερη ύφεση, κάτι που εξακολουθεί να δυσχεραίνει την εξυπηρέτηση
ακόµη και των δηµοσιονοµικών στόχων.
Την ίδια ώρα, η διαχείριση του χρέους συναντούσε εξαιρετικές δυσκολίες,
καθώς η ανολοκλήρωτη θεσµικά και πολιτικά Ευρωπαϊκή Ένωση επέτρεπε
στις διαφορετικές στρατηγικές των κυρίαρχων δυνάµεων της ευρωζώνης να
οδηγούν σε ανεπαρκείς αποφάσεις για τη βιωσιµότητα του ελληνικού
χρέους, αποφάσεις που σύντοµα άλλαζαν, γιατί ο χρόνος τις καθιστούσε
ανεπίκαιρες. Τώρα, η κρίση χρέους χτυπά στην καρδιά της ευρωζώνης.
Κάτω από αυτές τις συνθήκες, η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ κατέβαλε
δυσανάλογο προς τις ευθύνες της, υπέρµετρο πολιτικό κόστος. Παρά τις
συστηµατικές προσπάθειές της να διατηρήσει δίαυλο συνεργασίας µε άλλες
πολιτικές δυνάµεις και δίαυλο επικοινωνίας µε την κοινωνία, τελικά αυτό
δεν κατέστη δυνατό. Το ΠΑΣΟΚ κλήθηκε µόνο του να διαχειρισθεί τη
χειρότερη οικονοµική κρίση της µεταπολεµικής ιστορίας µας και να
πληρώσει πάλι µόνο του την πιο οδυνηρή αντίφαση της ιστορικής
διαδροµής του. Εφάρµοσε και συνεχίζει να εφαρµόζει, στο πλαίσιο της
τωρινής κυβέρνησης συνεργασίας, µια πολιτική εµπνευσµένη από τους
δανειστές και ενδεχοµένως σωτήρια µπροστά στο φάσµα της χρεοκοπίας,
αλλά µε πολλά στοιχεία που βρίσκονται σε ευθεία αντίθεση προς την
ιδεολογική και προγραµµατική φυσιογνωµία του. Από τον Μάϊο του 2010
µέχρι σήµερα, το ΠΑΣΟΚ είδε να αποστασιοποιούνται σταδιακά
παραδοσιακοί κοινωνικοί σύµµαχοί του και να θρυµµατίζεται η ιδεολογική
του ταυτότητα ως παράταξης του σύγχρονου δηµοκρατικού σοσιαλισµού.
Η οικονοµική κρίση πήρε σύντοµα χαρακτηριστικά κρίσης του πολιτικού
συστήµατος και, ειδικότερα, εσωτερικής πολιτικής κρίσης του
κυβερνώντος κόµµατος. Η θρυαλλίδα για την κορύφωση της πολιτικής
κρίσης ήταν το δίληµµα που διατύπωσε πριν από λίγο καιρό η κυβέρνηση
του ΠΑΣΟΚ µεταξύ τραπεζικού ή εθνικού συµφέροντος, καθώς ήταν
γνωστό, ότι το εγχώριο και διεθνές χρηµατοπιστωτικό κεφάλαιο δεν ήθελε
ούτε γενναίο «κούρεµα» των οµολόγων του ιδιωτικού τοµέα ούτε την έκδοση
κοινών µετοχών για τη νέα χρηµατοδότηση των τραπεζών.
Έτσι, αµέσως µετά την απόφαση της Συνόδου Κορυφής στις 27.10.2011,
µέσα από µια αλληλουχία δραµατικών γεγονότων, ο εκλεγµένος
πρωθυπουργός της χώρας ανατράπηκε και η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ
αντικαταστάθηκε από κυβέρνηση συνεργασίας τριών κοµµάτων.3
ΙΙ. Το ιδεολογικό και πολιτικό πλαίσιο της Κεντροαριστεράς
Ενόψει των επικείµενων εκλογών και των αβέβαιων µετεκλογικών
εξελίξεων, ενόψει της διαρκώς κλιµακούµενης κρίσης στην ευρωζώνη και
της επίµονης πολύµορφης κρίσης που αντιµετωπίζει η χώρα µας, το ΠΑΣΟΚ
οφείλει να απαντήσει στη δική του ιδεολογική, πολιτική και οργανωτική
κρίση, θεµελιώνοντας µε νέους όρους την ταυτότητά του ως κόµµατος της
Κεντροαριστεράς. Το ΠΑΣΟΚ οφείλει να υποδείξει προοδευτικές λύσεις για
την κρίση και για το µέλλον της κοινωνίας και της χώρας. Χρειάζεται να
συγκροτήσει τη φυσιογνωµία του ως κεντρικού πολιτικού κορµού της
Κεντροαριστεράς και ταυτόχρονα να διευκολύνει τη διαµόρφωση ενός
αστερισµού προοδευτικών πολιτικών δυνάµεων, που θα δίνουν τη
δυνατότητα σχηµατισµού ενός κυβερνητικού συνασπισµού της
Κεντροαριστεράς.
Η θεµελίωση µε νέους όρους της ταυτότητας του ΠΑΣΟΚ ως κόµµατος της
Κεντροαριστεράς δεν µπορεί να γίνει µε τη µονήρη επίκληση ιδεολογικών και
προγραµµατικών στερεοτύπων που ανατρέχουν στο παρελθόν του.
Απαιτείται ουσιαστικά µια νέα ιδρυτική διακήρυξη του ρεύµατος της
Κεντροαριστεράς.
Το ΠΑΣΟΚ θα χρειαστεί από τη µια να επιβεβαιώσει τις θεµελιώδεις
ιδεολογικές συντεταγµένες του δηµοκρατικού σοσιαλισµού και από την άλλη
να διαµορφώσει έτσι την πολιτική του, που να συνιστά µια νέα και οξυδερκή
σύλληψη των προβληµάτων της παγκόσµιας κοινότητας, της Ευρώπης και
των αναγκών της ελληνικής κοινωνίας.
Οι ιδεολογικές συντεταγµένες του ΠΑΣΟΚ ορίζονται από την ένταξή του στην
ευρωπαϊκή πολιτική παράδοση του δηµοκρατικού σοσιαλισµού. Οι
ιδεολογικές ρίζες του βρίσκονται στην παράδοση του πολιτικού
φιλελευθερισµού και στις κοινωνικές θεωρίες του σοσιαλισµού. Οι αξίες του
συµπυκνώνονται στις έννοιες της ελευθερίας, της ισότητας, της δικαιοσύνης
και της αλληλεγγύης.
Οι ιδεολογικές γραµµές που διαχωρίζουν τη Δεξιά από την Κεντροαριστερά
υπάρχουν και οφείλουµε να τις αναδείξουµε, αφού προηγουµένως
προχωρήσουµε σε έναν ειλικρινή αυτοκριτικό απολογισµό της πολιτικής που
εφαρµόσαµε στην µνηµονιακή εποχή της ιστορικής διαδροµής µας.
Η Κεντροαριστερά οφείλει να είναι η συνείδηση και η διαχρονική φωνή των
πιο αδύναµων, των λιγότερο ευνοηµένων στη ζωή, να είναι η φωνή των
δηµιουργικών κοινωνικών δυνάµεων, που επιζητούν την πρόοδο µε
αξιοπρέπεια και µε δικαιοσύνη.4
Να υπενθυµίσουµε ότι η Κεντροαριστερά δεν διαχειρίζεται, αλλά ανατρέπει
και αλλάζει.
Να θυµίσουµε µε έµφαση, ότι ενώ η συντηρητική ιδεολογία δεσµεύεται
αποκλειστικά στο όνοµα της ελευθερίας, η προοδευτική ιδεολογία
δεσµεύεται ταυτόχρονα στο όνοµα και της ελευθερίας και της ισότητας, ότι
ενώ η συντήρηση εκκλησιάζεται στην αγορά, η πρόοδος αξιοποιεί την
αγορά, αλλά αποθεώνει τη δικαιοσύνη. Η Κεντροαριστερά θέλει την
αγορά να δηµιουργεί, αλλά την πολιτική να διανέµει δίκαια.
Οι νεοφιλελεύθεροι ορκίζονται στον ανταγωνισµό. Η Κεντροαριστερά
ορκίζεται στην αλληλεγγύη.
Η βαθιά και ουσιώδης διαφορά της αυθεντικής Κεντροαριστεράς, από την
«Κεντροαριστερά» υπέρ της οποίας κάτι ψελλίζουν ορισµένοι µέσα στο
ΠΑΣΟΚ εσχάτως, έγκειται στο γεγονός ότι οι τελευταίοι δεν διαθέτουν και
τόση θέρµη για τον δίκαια διανεµητικό ρόλο της πολιτικής. Οι ψίθυροί τους
για την «Κεντροαριστερά» υποκρύπτουν την πολιτική τους επιθυµία να
επιχειρήσουν πρώτα την «εκσυγχρονιστική» αναδιάρθρωση του
συνασπισµένου µπλοκ εξουσίας τραπεζών, επικοινωνιακών µέσων και
κρατικοδίαιτων επιχειρηµατιών και µετά να µοιράσουν στους υπόλοιπους
τα απολειφάδια του παραγόµενου πλούτου.
Να υπενθυµίσουµε ότι η Κεντροαριστερά δεν διαχειρίζεται την ανασφάλεια
και τους φόβους, αλλά αναδεικνύει την εµπιστοσύνη, τις προσδοκίες και τις
προοπτικές.
ΙΙΙ. Το προγραµµατικό πλαίσιο της Κεντροαριστεράς
Η πολιτική ταυτότητα του ΠΑΣΟΚ και ο προγραµµατικός λόγος της νέας,
σύγχρονης Κεντροαριστεράς πρέπει να απαντούν σε δύο κορυφαία
ερωτήµατα:
α) Αγορές ή Δηµοκρατία; Με άλλα λόγια, θα παραµείνουν ανέλεγκτες οι
αχαλίνωτες αγορές ή θα ελεγχθούν µε τη θέσµιση µιας νέας υπερεθνικής και
τοπικής δηµοκρατικής οργάνωσης που θα εγκαθιστά τον άνθρωπο και τις
ανάγκες του στο κέντρο της οικονοµικής δραστηριότητας, της κοινωνικής
ζωής και του πολιτικού ενδιαφέροντος;
β) Μπορεί να επιβιώσει µια κεντροαριστερή πλατφόρµα σε έναν κόσµο
στον οποίο κυριαρχούν οι νεοφιλελεύθερες ιδέες και οι πολιτικοί
εκπρόσωποί τους;5
Η απάντηση στα δύο αυτά θεµελιώδη ερωτήµατα-διλήµµατα πρέπει να
περιλαµβάνει τις ακόλουθες ελάχιστες προγραµµατικές αρχές.
1. Να ελεγχθούν οι κινήσεις των κεφαλαίων µε τη φορολόγηση των
χρηµατοπιστωτικών συναλλαγών.
2. Να µειωθεί η εξάρτηση των επιχειρήσεων από τις χρηµατοοικονοµικές
αγορές, µε την ανάπτυξη δηµόσιας πιστωτικής πολιτικής.
3. Να ελεγχθεί η λειτουργία των οίκων αξιολόγησης, µε την επιβολή
ρυθµιστικών κανόνων που εξασφαλίζουν την απόλυτη διαφάνεια των
διαδικασιών αξιολόγησης.
4. Να βαθύνει η ευρωπαϊκή ενοποίηση µε την εγκαθίδρυση των
αναγκαίων ενοποιητικών µηχανισµών. Οι ενοποιητικές λειτουργίες και
µηχανισµοί πρέπει να τεθούν υπό την εποπτεία των πιο δηµοκρατικά
νοµιµοποιηµένων οργάνων, όπως του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
5. Η ευρωπαϊκή ενοποίηση να στηριχθεί στην εναρµόνιση µέσω της
κοινωνικής προόδου και όχι µέσω του ανταγωνισµού.
6. Να αντισταθούµε στη λογική της σιδηράς δηµοσιονοµικής πειθαρχίας,
η οποία δεν εξασφαλίζει την αντιµετώπιση των ελλειµµάτων και του
χρέους που βιώνει η ευρωζώνη. Η σιδηρά δηµοσιονοµική πειθαρχία
οδηγεί σε βαθιά ύφεση και σε ανακύκλωση του προβλήµατος. Αντίθετα,
απαιτείται διατήρηση και ενίσχυση του επιπέδου της κοινωνικής
προστασίας.
7. Να εξασφαλιστεί ο ουσιαστικός συντονισµός της µακροοικονοµικής
πολιτικής των κρατών µελών, µε σεβασµό στην αρχή της εθνικής
κυριαρχίας και να συνταχθεί οµοσπονδιακός ευρωπαϊκός
προϋπολογισµός που θα διευκολύνει τη σύγκλιση µεταξύ των
οικονοµιών.
8. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να εγγυάται την επαναγορά των
κρατικών τίτλων και να µπορεί να χρηµατοδοτεί απευθείας τα κράτη µε
χαµηλά επιτόκια, µειώνοντας έτσι τις πιέσεις των αγορών.
9. Η Κεντροαριστερά οφείλει να γίνει ο φορέας της πιο βαθιάς και
ριζοσπαστικής µεταρρύθµισης της Δηµοκρατίας και του πολιτικού
συστήµατος. Αυτό σηµαίνει ότι ανατρέπεται η αποφασιστική επιρροή
ισχυρών οικονοµικών συµφερόντων και Μέσων Μαζικής Ενηµέρωσης στα
κέντρα λήψης των πολιτικών αποφάσεων και αυξάνεται, αντιστρόφως, η
επιρροή του λαού στα κέντρα και τις διαδικασίες λήψης των µεγάλων
αποφάσεων. Η επόµενη συνταγµατική αναθεώρηση πρέπει να
αποτελέσει σταθµό στην προσπάθεια για την εµβάθυνση της6
Δηµοκρατίας και την αναµόρφωση του πολιτικού συστήµατος,
περιλαµβάνοντας θέµατα, όπως η ποινική ευθύνη των υπουργών, το
εκλογικό σύστηµα και οι προϋποθέσεις διενέργειας δηµοψηφισµάτων.
10. Να µεταρρυθµιστούν ριζικά οι διοικητικοί µηχανισµοί, µε στόχο το
κεντρικό κράτος να µετατραπεί σε επιτελικό νου, που σχεδιάζει και
εποπτεύει, ενώ οι εκτελεστικές λειτουργίες του κράτους
ανασυγκροτούνται υπαγόµενες στην αυτοδιοίκηση και την περιφερειακή
διοίκηση. Η Κεντροαριστερά πρέπει να αναδείξει την ανάγκη ενός
«ισχυρού» κράτους, όχι µε την έννοια του εκτεταµένου κράτους, αλλά
ενός ευέλικτου, που έχει την ικανότητα να σχεδιάζει και εφαρµόζει
αποτελεσµατικά µια πολιτική, σε συνθήκες διαφάνειας και δηµοκρατικής
νοµιµότητας.
11. Η Κεντροαριστερά οφείλει να επιδιώξει ένα νέο σοσιαλδηµοκρατικό
συµβιβασµό. Η σοσιαλδηµοκρατία, µετά τη λήξη του δευτέρου
παγκοσµίου πολέµου, για τριάντα περίπου χρόνια πέτυχε - στα όρια του
εθνικού κράτους - ένα ιστορικό συµβιβασµό της εργασίας µε το
κεφάλαιο, οικοδοµώντας και ενισχύοντας το κοινωνικό κράτος.
Ο κόσµος της αγοράς και του κεφαλαίου κατάργησε τον ιστορικό
σοσιαλδηµοκρατικό συµβιβασµό, ξεφεύγοντας από τους περιορισµούς
της κρατικής πολιτικής εντός των εθνικών συνόρων και µεταφέροντας
την κίνησή του στο παγκόσµιο πλαίσιο: από το εθνικό στο παγκόσµιο.
Η απάντηση της Κεντροαριστεράς πρέπει να είναι ακριβώς αντίστροφη:
από το παγκόσµιο στο τοπικό πλαίσιο. Κύριο µέληµα πρέπει να είναι η
ενίσχυση της τοπικής εξουσίας, κάτι που καθιστά πιο εύκολο και
αποδοτικό τον κοινωνικό έλεγχο.
12. Να ενισχυθούν τα τοπικά οικονοµικά δίκτυα, δίκτυα που αρθρώνονται
γύρω από την παραγωγική φυσιογνωµία και ιδιαιτερότητα της
γεωγραφικής µικροκλίµακας. Η κοινωνική οικονοµία µπορεί να
αποτελέσει θεµέλιο για τα τοπικά οικονοµικά δίκτυα. Ταυτόχρονα είναι
αναγκαίο να ενισχυθούν οι τοπικές κοινωνίες µε ισχυρά µέσα
«δηµοκρατικής επιρροής», όπως µορφές τοπικής διακυβέρνησης, τοπικά
δηµοψηφίσµατα κ.λπ. Η συνοχή των τοπικών κοινωνιών µε τη
διαµόρφωση τοπικών οικονοµικών δικτύων και τη χρήση µέσων
δηµοκρατικής επιρροής, ενδυναµώνει την εθνική συνοχή και κυριαρχία,
καθώς καθιστά εξαιρετικά δύσκολη την ανέλεγκτη επέµβαση των
αγορών στη γεωγραφική µικροκλίµακα.
13. Να αλλάξουµε το παραγωγικό µοντέλο της χώρας. Οι πρωτόγνωροι
πόροι που άρχισαν να εισρέουν στην Ελλάδα µετά την ένταξή της στην
ΕΟΚ δεν επενδύθηκαν στην παραγωγή και την ανάπτυξη. Η γενικευµένη7
εισοδηµατική ενίσχυση των εργαζοµένων και η αύξηση της
καταναλωτικής ζήτησης ενίσχυσε τα µεταπρατικά εισαγωγικά τµήµατα
του ελληνικού κεφαλαίου σε βάρος του παραγωγικού αναπτυξιακού
κεφαλαίου και αύξησε τις ανάγκες δανεισµού της χώρας. Είναι
χαρακτηριστικό ότι οι επιδοτήσεις του αγροτικού τοµέα είχαν το
παράδοξο αποτέλεσµα να προσθέσουν µεν ανέξοδο εισόδηµα στους
έλληνες αγρότες, να τους ωθήσουν όµως στην εγκατάλειψη της
αγροτικής παραγωγής, µε συνέπεια την αποδιάρθρωσή της. Η
κακοδαιµονία της αντιπαραγωγικής χρησιµοποίησης των πόρων και του
δανεισµού κατατρέχει την ελληνική πολιτική τάξη από το σχέδιο Μάρσαλ
µέχρι και το Γ΄Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης.
Η αλλαγή του παραγωγικού µοντέλου της χώρας πρέπει να κατατείνει
στην ενίσχυση του παραγωγικού αναπτυξιακού κεφαλαίου µε επενδύσεις
κυρίως στην αναζωογόνηση και την αναδιάρθρωση του πρωτογενούς
τοµέα παραγωγής και στην αξιοποίηση του φυσικού πλούτου της χώρας
(ανανεώσιµες πηγές ενέργειας, πολιτιστική κληρονοµιά - τουρισµός,
ενεργειακά κοιτάσµατα κ.ο.κ.).
14. Να θέσουµε ως πρώτο στόχο την καταπολέµηση της ανεργίας και τη
συµµετοχή της νέας γενιάς σε ένα νέο κόσµο εργασίας και ανάπτυξης.
Η καταπολέµηση της ανεργίας ασφαλώς προϋποθέτει µια νέα
αναπτυξιακή ώθηση, ασφαλώς υποβοηθείται από ενεργητικές πολιτικές
απασχόλησης, αλλά αυτά πια δεν αρκούν. Απαιτούνται συγκεκριµένες
και στοχευµένες πολιτικές: Να δώσουµε έµφαση π.χ. σε διαρκή
προγράµµατα ενίσχυσης της νεανικής αγροτικής επιχειρηµατικότητας,
στην επαγγελµατική ειδίκευση και κατάρτιση νέων, αλλά και
πλεονάζοντος παραγωγικού δυναµικού για την αξιοποίησή τους σε νέες
ενεργειακές πολιτικές. Να παροτρύνουµε νέους, επιστήµονες µε κοινή
επαγγελµατική αφετηρία ή µε συναφείς επαγγελµατικές δράσεις, να
συµπράξουν στο πλαίσιο νέων µορφών οργάνωσης της κοινωνικής
οικονοµίας.
15. Η Κεντροαριστερά οφείλει να διαµορφώσει ένα νέο αξιακό σύστηµα.
Μόνο έτσι θα µετακινηθούµε από τον «πολιτισµό της κερδοσκοπίας» που
επέβαλαν οι αγορές, προς τον «πολιτισµό της αλληλεγγύης». Να
βγάλουµε τον άνθρωπο της «µοναχικής µάζας» από το σκοτάδι στο φως
της δηµιουργίας, της συµµετοχής και της αξιοπρέπειας.
Στο εγχείρηµα για την ανασύνταξη της Κεντροαριστεράς πρέπει να
συµβάλλουν όλοι όσοι κρατούν αποθέµατα πίστης στις δυνατότητες του
έθνους και των ελλήνων πολιτών. Όλοι όσοι εξακολουθούν να βλέπουν τον
κόσµο µε τα µάτια αυτού που επιθυµεί να ανατρέψει κάθε τι δυναστικό και8
απαξιωτικό για την ανθρώπινη ύπαρξη και όχι µε τα µάτια του κυνικά
συµβιβασµένου. Καλούνται να συµµετάσχουν αυτοί που αντιλαµβάνονται
την πολιτική ως τη διαρκή µάχη για τη βελτίωση της ανθρώπινης µοίρας
και όχι αυτοί που την αντιλαµβάνονται ως τεχνική της εξουσίας, δόλιων
προσωπικών συµβιβασµών και απονοµής προνοµίων. Καλούνται να
συµµετάσχουν όσοι πιστεύουν ότι πρέπει να επινοήσουµε ένα µέλλον
διαφορετικό, χωρίς προσχεδιασµένες αλήθειες, ένα µέλλον φτιαγµένο µε
µέτρο την ανθρώπινη αξίωση για ευηµερία µε δικαιοσύνη και όχι
προεξοφληµένο από την απληστία της αγοράς.
Θα δώσουµε τη µάχη παντού, στην κοινωνία, ανάµεσα στους πολίτες και µε
αυτούς, σε όλες τις οργανώσεις και τα συλλογικά όργανα του Κινήµατος, σε
συνεννόηση και διάλογο µε άλλες προοδευτικές δυνάµεις, χωρίς να
επηρεαζόµαστε από τις εφήµερες µάχες για την εσωκοµµατική εξουσία. Ας
προσέξουµε όλοι να µην µετατρέψουµε το ΠΑΣΟΚ, µε τη συνήθεια της
βιαστικής φιλοδοξίας, σε ένα ρηµαγµένο τοπίο εκκαθάρισης προσωπικών
στόχων. Η εξουσία, η ηγεσία, οι θέσεις ευθύνης εύκολα
κατακρηµνίζονται, όταν είναι αδειανές από την αγωνία και τις ιδέες για
το µέλλον των ανθρώπων και των κοινωνιών.
Θέλουµε να αλλάξουµε την πολιτική και την Κεντροαριστερά, να δώσουµε
πνοή στην κοινή επιθυµία για κάτι καλύτερο. Θα είµαστε παρόντες.
Τις παραπάνω απόψεις είναι πιθανό ότι συµµερίζονται πολλοί περισσότεροι
από εµάς που υπογράφουµε. Δεν είµαστε ιδιοκτήτες ιδεών, γι’ αυτό
απευθύνουµε πρόσκληση στους συναδέλφους βουλευτές, στους πολίτες,
στους φίλους και τα µέλη του ΠΑΣΟΚ, στα θεσµικά όργανα του Κινήµατος να
συµµετάσχουν στο διάλογο και, εάν συµφωνούν, να δηλώσουν τη στήριξή
τους στο κείµενο αυτό.
5.12.2011
Υπογράφουν
Γιουµατζίδης Βασίλης, βουλευτής Πέλλας
Δηµητρουλόπουλος Τάκης, βουλευτής Ηλείας
Θεοδωρίδης Ηλίας, βουλευτής Πέλλας
Θεοχάρη Μαρία, βουλευτής Καρδίτσας
Κασσάρας Γιώργος, βουλευτής Δωδεκανήσου
Καστανίδης Χάρης, βουλευτής Α’ Θεσσαλονίκης
Κυριακοπούλου Μαρία, βουλευτής Αχαΐας9
Μιχελογιαννάκης Γιάννης, βουλευτής Ηρακλείου
Μίχος Λάµπρος, βουλευτής Β’ Αθηνών
Παραστατίδης Θεόδωρος, βουλευτής Κιλκίς
Τεκτονίδου Κυριακή, βουλευτής Α’ Θεσσαλονίκης
Τριανταφυλλόπουλος Ανδρέας, βουλευτής Αχαΐας